Ένα από τους αγαπημένους μου Έλληνες συγγραφείς είναι ο Νίκος Καζαντζάκης. Δεν είναι απλά ένας μυθιστοριογράφος. Είναι ένας μύστης των μυστηρίων της ζωής, ένα ανήσυχο πνεύμα χωρίς προκαταλήψεις και ιδεολογικά ή θρησκευτικά στεγανά. Ανιχνεύει την αλήθεια, που είναι διάσπαρτη σε όλες τις θρησκείες. Ψάχνει τα μονοπάτια της λύτρωσης που φέρνουν πιο κοντά τον άνθρωπο στο Θεό. Σπάει τις αλυσίδες που αδρανοποιούν το πνεύμα και το αφήνει νε πετάξει. Κατορθώνει να ελευθερωθεί από τις φοβίες που χαλκεύουν οι δεσμώτες- εκμεταλλευτές των ψυχών. Και γι' αυτό όσα έγραψε δεν καθορίζουν την εποχή που περιγράφει, αλλά όλες τις εποχές. Πολύ περισσότερο τη σημερινή
Θα παραθέσουμε ένα απόσπασμα από το πολύ σπουδαίο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, βιβλίο του "Αναφορά στον Γκρέκο" και μετά θα κάνουμε λίγες σκέψεις:
"Είχαν κατέβει βάρβαροι από τα βουνά κι είχαν μπλοκάρει την πολιτεία· ο Βούδας κάθουνταν διπλοπόδι κάτω από ένα ανθισμένο δέντρο και χαμογελούσε· στα γόνατά του ο ’ναντα είχε ακουμπήσει το κεφάλι κι είχε κλείσει τα μάτια, για να μην ξεστρατίζει το στοχασμό του η φαντασμαγορία του κόσμου· γύρα του πλήθος ακροατές που λαχτάριζαν να γίνουν μαθητές στέκουνταν ν' ακούσουν το λόγο της σωτηρίας. Μα ως ν' ακούσουν πως οι βάρβαροι κίνησαν πόλεμο, αγρίεψαν:
-Δάσκαλε , φώναξαν, σήκω, έμπα μπροστά να διώξουμε τους βαρβάρους κι ύστερα μας λες το μυστικό της λύτρωσης.
Ο Βούδας κούνησε το κεφάλι:
-Όχι, είπε, δεν έρχουμαι.
-Κουράστηκες; φώναξαν αυτοί με θυμό· φοβάσαι;
-Τέλειωσα, αποκρίθηκε ο Βούδας, κι η φωνή του ήταν πέρα από την κούραση κι από το φόβο, πέρα από την πατρίδα.
-Πάμε το λοιπόν εμείς να υπερασπίσουμε τα χώματα των πατέρων μας! φώναξαν όλοι και στράφηκαν κατά την πολιτεία.
-Στην ευκή μου! είπε ο Βούδας, σήκωσε το χέρι και τους βλόγησε. Πήγα όπου πηγαίνετε, πήγα και γύρισα· εδώ, κάτω από το ανθισμένο ετούτο δέντρο, θα κάθουμαι να σας προσμένω να γυρίσετε κι εσείς. Τότε μονάχα, όταν θα καθόμαστε όλοι κάτω από το ίδιο ανθισμένο δέντρο, ο κάθε λόγος που θα πω, ο κάθε λόγος που θα πείτε, θα 'χει για όλους μας το ίδιο νόημα· τώρα είναι ακόμα πολλά ενωρίς· άλλα λέω εγώ, άλλα καταλαβαίνετε εσείς, άλλες γλώσσες λαλούμε. Καλό καταβόδιο λοιπόν και καλή αντάμωση!
-Δεν καταλαβαίνω, Δάσκαλε, είπε ο Σαριπούτο· πάλι μας μιλάς με παραβολές.
-Θα καταλάβεις στο γυρισμό, Σαριπούτο. Τώρα, σας είπα, είναι πολλά ενωρίς. Χρόνια ζω τη ζωή και τον πόνο του ανθρώπου, χρόνια μεστώνω· ποτέ δεν είχα φτάσει, σύντροφοι, σε τόση ελευτερία. Γιατί; Γιατί πήρα μια μεγάλη απόφαση.
-Μια μεγάλη απόφαση, Δάσκαλε; Έκαμε ο ’ναντα κι ανασήκωσε το κεφάλι, έσκυψε, φίλησε την άγια πατούσα του Βούδα· ποια απόφαση;
-Δε θέλω να πουλήσω την ψυχή μου στο Θεό, σε αυτό που λέτε εσείς Θεό· δε θέλω να πουλήσω την ψυχή μου στον Πειρασμό, σε αυτό που λέτε εσείς Πειρασμό· δε θέλω να πουληθώ σε κανένα. Είμαι λεύτερος! Χαρά σε αυτόν που ξεφεύγει από τα νύχια του Θεού και του Πειρασμού, αυτός, αυτός μονάχα λυτρώνεται.
-Λυτρώνεται από τι; έκαμε ο Σαριπούτο κι ο ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπό του· λυτρώνεται από τι; Ένας λόγος απόμεινε στα χείλια σου, Δάσκαλε, και σε καίει.
-Δε με καίει, Σαριπούτο, με δροσίζει· δεν ξέρω, συμπαθάτε με, αν αντέχετε, αν μπορείτε να τον ακούσετε χωρίς να σας κυριέψει τρόμος.
-Δάσκαλε, είπε ο Σαριπούτο, πάμε στον πόλεμο, μπορεί να μη γυρίσουμε· μπορεί να μη σε ξαναδούμε· φανέρωσέ μας το στερνό ετούτο λόγο, το στερνό σου· λυτρώνεται από τι;
Αργά, βαριά, σαν ένα κορμί στην άβυσσο, έπεσε από τα σφιγμένα χείλια του Βούδα ο λόγος:
-Από τη λύτρωση.
-Από τη λύτρωση; Λυτρώνεται από τη λύτρωση; Ξεφώνισε ο Σαριπούτο. Δάσκαλέ μου, δεν καταλαβαίνω!
-Καλύτερα, Σαριπούτο, καλύτερα· αν καταλάβαινες, θα τρόμαζες. Όμως, μάθετέ το, σύντροφοι, ετούτη είναι η λευτεριά η δικιά μου· λυτρώθηκα από τη λύτρωση.
Σώπασε· μα δε μπορούσε τώρα να κρατηθεί:
-Κάθε άλλη λευτεριά, μάθετέ το, είναι σκλαβιά· αν ήταν να ξαναγεννιόμουν, για τη μεγάλη ετούτη λευτεριά θα πολεμούσα: για λύτρωση από τη λύτρωση
Μα φτάνει· πρώιμα είναι ακόμα να μιλούμε· θα τα πούμε σαν γυρίσετε από τον πόλεμο, αν γυρίσετε· έχετε γεια!
Ανάσανε βαθιά, έβλεπε τους μαθητές του να κοντοστέκουνται, χαμογέλασε.
-Τι κάθεστε; είπε· το χρέος σας ακόμα είναι ο πόλεμος, σύρτε να πολεμήστε· έχετε γεια!
-Καλή αντάμωση, Δάσκαλε, είπε ο Σαριπούτο, πάμε, κι ο Θεός βοηθός!
Ο ’ναντα έμεινε ακίνητος· ο Βούδας τον κόχεψε ευχαριστημένος.
-Εγώ θα μείνω μαζί σου, Δάσκαλέ μου, είπε και κατακοκκίνησε.
-’ναντα αγαπημένε, έκαμε ο Βούδας, από φόβο;
-Από αγάπη, Δάσκαλέ μου.
-Δε φτάνει πια η αγάπη, πιστέ μου σύντροφε· δε φτάνει.
-Το ξέρω, Δάσκαλέ μου· την ώρα που μιλούσες είδα μια φωτιά ν' αγλείφει το στόμα σου.
-Δεν ήταν φωτιά, ’ναντα, δεν ήταν φωτιά, ήταν ο λόγος. Καταλαβαίνεις εσύ, μικρέ μου, πιστέ μου φίλε, τον περάνθρωπο τούτο λόγο;
-Καταλαβαίνω, θαρρώ· γι' αυτό κι απόμεινα μαζί σου.
-Τι κατάλαβες;
-Όποιος λέει πως υπάρχει λύτρωση είναι σκλάβος· γιατί την πάσα στιγμή φλωροζυγιάζει κάθε του λόγο, κάθε του πράξη και τρέμει: Θα σωθώ; Δε θα σωθώ; Θα πάω στον ουρανό; Θα πάω στην Κόλαση; Πώς μπορεί να 'ναι λεύτερη μια ψυχή που ελπίζει; Όποιος ελπίζει, φοβάται τη ζωή τούτη, φοβάται τη ζωή την άλλη, κρέμεται μέτωρος και περιμένει την τύχη ή το έλεος του Θεού.
Ο Βούδας έβαλε την απαλάμη του στα μαύρα μαλλιά του ’ναντα.
-Μείνε, είπε.
Κάμποση ώρα έμειναν αμίλητοι κάτω από το ανθισμένο δέντρο. Ο Βούδας χάδεψε αργά, πονετικά, τα μαλλιά του αγαπημένου μαθητή.
-Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ' όλους τους σωτήρες· αυτή 'ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;
Ο ’ναντα είχε σκύψει το κεφάλι και δε μιλούσε.
-Καταλαβαίνεις λοιπόν τώρα ποιος είναι ο τέλειος Λυτρωτής
Σώπασε, και σε λίγο, παίζοντας ανάμεσα στα δάχτυλά του έναν ανθό που 'χε πέσει από το δέντρο:
-Ο Λυτρωτής που θα λυτρώσει τους ανθρώπους από τη λύτρωση."
Το Αιώνιο Πνεύμα, η Συμπαντική Ενέργεια, η Κοσμική Διάνοια, αυτό που οι θρησκείες ονομάζουν Θεό, δια του Λόγου δημιούργησε ό,τι μπορούμε να αντιληφθούμε. Αυτά που μας παρουσιάζουν οι πέντε αισθήσεις είναι απειροελάχιστα σε σχέση με όσα υπάρχουν.
Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο το σώμα του. Δεν έχει μόνο φυσικό σώμα, αλλά επιπλέον άλλα τρία σώματα, λεπτής ύλης και μεγαλύτερης δονητικής κατάστασης. Η υλική μας φύση αποτελείται από το φυσικό σώμα, το αιθερικό, το αστρικό και το νοητικό. Η τετραπλή αυτή υπόσταση είναι ο φορέας του Πνεύματος. Το Πνεύμα με τη σειρά του είναι τριπλό ως εικόνα που Τριαδικού Θεού.
Η Φυσική μας τονίζει ότι πέρα από την ύλη, υπάρχει η λεγόμενη σκοτεινή ύλη και η σκοτεινή ενέργεια. Μόλις το 4% του κόσμου μας είναι ορατό, που αποτελείται από ύλη και το οποίο ανιχνεύουμε με τις αισθήσεις και τα υπερευαίσθητα όργανα που έχουμε κατασκευάσει. Το υπόλοιπο 96% μας είναι άγνωστο και μόνο διανοητικά μπορούμε να το αντιληφθούμε.
Το Σύμπαν πρέπει να έχει τον παρατηρητή του, εκείνον που θα το μελετήσει, που θα διεισδύσει στους νόμους του και θα τους ανακαλύψει. Αυτόν που θα βρει τα μυστικά λειτουργίας όλων των φαινομένων, όλων των εκδηλώσεων του Κόσμου. Η ύλη μπορεί να ανιχνευτεί από υλικό μόνο σώμα. Η γνώση της επιτυγχάνεται από υλικό φορέα, ενώ στη συνέχεια ανέρχεται στον ανώτερο κόσμο των Ιδεών. Έτσι ο άνθρωπος αποτελεί τον παρατηρητή, τον ερευνητή, τον συνδετικό κρίκο ύλης- πνεύματος, γιατί μέσα του ενοποιεί τις δύο διαβαθμισμένες περιοχές της Παγκόσμιας Ενέργειας, της πανταχού Παρούσας και τα Πάντα Πληρούσας. Η ύλη είναι ενέργεια χαμηλής συχνότητας, μικρής δονητικότητας, ενώ το πνεύμα είναι ενέργεια πολύ υψηλής συχνότητας, υπερυψηλής δονητικότητας.
Έτσι οι Θείες Δυνάμεις έπλασαν τον άνθρωπο: "Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ' εικόνα ημετέραν και καθ' ομοίωσιν". Ο άνθρωπος πλάστηκε κατ' εικόνα ("κατ' εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν") για να μελετήσει τη φύση, να λάβει τη γνώση αφού έφαγε από το "δέντρο της γνώσης" ("ξύλον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν"). ’νοιξε η αντιληπτική του ικανότητα ("διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί") και οι Θείες δυνάμεις διαπίστωσαν ότι " ιδού Αδάμ (άνθρωπος) γέγονεν ως εις εξ ημών, του γινώσκειν καλόν και πονηρόν".
Το Κοσμικό Σχολείο της γνώσης ήταν ο υλικός κόσμος, η γη. Γι΄ αυτό, όπως το παιδί φεύγει από την αγκαλιά της μάνας για να πάει στο σχολείο "εξαπέστειλεν αυτόν Κύριος ο Θεός εκ του παραδείσου της τρυφής εργάζεσθαι την γην". Δεν είναι τόπος εξορίας η γη, είναι σχολείο. Μπορεί να προκάλεσε πόνο η αποστέρηση της μακαριότητας της "τρυφής"- μήπως και το παιδί δεν κλαίει τις πρώτες μέρες που χάνει τα χάδια της οικογένειας και το παιγνίδι για να πάει στο σχολείο; - αλλά ήταν αναγκαίο στάδιο ώστε με τον μόχθο του να κερδίσει την "ομοίωσιν". Όπως περνάμε από διάφορες τάξεις και σχολεία για να πάρουμε τελικά το πτυχίο του Πανεπιστημίου, έτσι σταδιακά, ζωή στη ζωή, η ανθρώπινη ψυχή κερδίζει το "καθ' ομοίωσιν".
Είναι σημαντικό στο δρόμο της να βρεθεί ένας πνευματικός άνθρωπος, μια προχωρημένη ψυχή, για να γίνει ο Δάσκαλος. Στην ιστορία της ανθρωπότητας υπήρξαν αρκετοί μεγάλοι Δάσκαλοι και πολύ περισσότεροι μικροί Δάσκαλοι. Προσωπικότητες που άφησαν έντονη τη σφραγίδα τους, που αφύπνησαν τον άνθρωπο και του έδωσαν ώθηση κα ξεκολλήσει από τα γήινα και να αναζητήσει την επιστροφή στον "οίκο", το αρχέτυπο του οποίου είναι αποτυπωμένο βαθιά στο "είναι" του. Σημαντικοί δάσκαλοι είναι ο Ζωροάστρης, ο Κομφούκιος, ο Μωυσής, ο Βούδας, ο Πυθαγόρας, ο Πλάτωνας, ο Ιάμβλιχος, ο Απολλώνιος ο Τυανέας, κάποιοι (και λέω κάποιοι γιατί ορισμένοι αναγορεύτηκαν άγιοι για λόγους σκοπιμότητας) από τους αγίους των θρησκειών και ο μεγαλύτερος των Δασκάλων ο Ιησούς.
Είπαν σημαντικά πράγματα. Για κάποια όμως το πλήθος δεν ήταν έτοιμο. Γι' αυτό μίλησαν με παραβολές και χρησιμοποίησαν τη γλώσσα του συμβολισμού. Το πλήθος, ο όχλος, άκουγε μια ωραία ιστορία, οι μυημένοι όμως έπαιρναν πολύτιμη γνώση. Ας θυμηθούμε εδώ την ερώτηση που έκαναν οι μαθητές στον Ιησού μετά την "παραβολή του σπορέως" και την απάντησή Του: "και προσελθόντες οι μαθηταί είπον αυτώ· διατί εν παραβολαίς λαλείς αυτοίς; ο δε αποκριθείς είπεν αυτοίς· ότι υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, εκείνοις δε ου δέδοται
. Δια τούτο εν παραβολαίς αυτοίς λαλώ, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι και ακούοντες μη ακούωσι μηδέ συνώσι
"
Η μυστηριακή γνώση είναι μια μεγάλη δύναμη. Στα χέρια των ανώριμων πνευματικά ανθρώπων γίνεται επικίνδυνη και μπορεί να επιφέρει συμφορές. Είναι σαν ένα κουτί με σπίρτα. Στα χέρια της ώριμης νοικοκυράς γίνεται ένα πολύτιμο εργαλείο, γιατί μ' αυτά μπορεί να ανάψει τον φούρνο στην αυλή του σπιτιού, να ψήσει ψωμιά και να δώσει στον πεινασμένο ένα καρβέλι, προσφέροντάς του ζωή. Στα χέρια όμως ενός μικρού παιδιού γίνεται ένα επικίνδυνο εργαλείο, γιατί καθώς δε γνωρίζει την καταστροφική δύναμη της φωτιάς, μπορεί να ανάψει κάπου φωτιά προκαλώντας συμφορά.
Επιπλέον η μυστηριακή γνώση δε δίνεται μονομιάς. Δίνεται με σταδιακές μυήσεις. Είναι σαν το φάρμακο στον ασθενή. Ποτέ ο γιατρός δεν προτρέπει τον ασθενή να πάρει μονοκοπανιάς όλο το κουτί με τα χάπια για να γίνει καλά. Το φάρμακο δίνεται χάπι- χάπι, σε δόσεις. Κατά τον ίδιο τρόπο στον μυούμενο δεν δίνεται όλη η γνώση από την πρώτη φορά. Σε κάθε μύηση, σε κάθε βαθμό, αποκαλύπτεται μια πτυχή, τραβιέται ένα πέπλο. Γιατί η γνώση είναι και σαν το φως. Όταν κάποιος είναι στο σκοτάδι, δεν μπορείς να τον φέρεις απότομα στο άπλετο φως του ήλιου. Θαμπώνουν τα μάτια του και δε βλέπει τίποτα. Ο Δάσκαλος, λοιπόν, κρίνει την ωριμότητα των μαθητών, όπως ο Βούδας στην ιστορία μας, και ανάλογα αποκαλύπτει την αλήθεια, παρέχει τη γνώση που κρίνει ότι μπορεί να αντέξουν οι μαθητές. Γι' αυτό είπε ο Διδάσκαλος των Δασκάλων: " Έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ' ου δύνασθε βαστάζειν άρτι." Οι παππούδες μας ποτέ δε φόρτωναν ένα χρονιάρικο γαϊδουράκι με βαρύ φόρτωμα. Αύξαναν το βάρος ανάλογα με την ηλικία. Το ίδιο γίνεται και στο εκπαιδευτικό σύστημα. Στο πρωτάκι του δημοτικού δε μπορείς να μάθεις εξισώσεις. Θα του μάθεις να μετράει και να κάνει πρόσθεση με μικρούς αριθμούς. Θα μάθει ο μαθητής εξισώσεις, μα όταν ωριμάσει και φτάσει στο γυμνάσιο. Έτσι και η μυστηριακή γνώση δίνεται σταδιακά. Ολοένα αυξάνει η αποκάλυψη της αλήθειας.
Ο ρόλος του Δάσκαλου είναι διαφορετικός απ' αυτόν του στρατηγού. Ο στρατιωτικός γνωρίζει τα μυστικά του πολέμου, το πώς να κατευθύνει τους στρατιώτες του στο πεδίο της μάχης. Ο Δάσκαλος γνωρίζει να κατευθύνει τη σκέψη των μαθητών του στο να αντιληφθούν τα μυστήρια της ζωής, τον τρόπο της τιθάσευσης των παθών, την αλχημική μέθοδο της μετατροπής των αγενών ενστίκτων σε ευγενή αισθήματα και ευγενικές πράξεις, όπως οι αλχημιστές μετέτρεπαν τα αγενή μέταλλα σίδηρο, ψευδάργυρο, σε ευγενή ασήμι και χρυσό.
Δεν φοβάται ο Δάσκαλος τον πόλεμο, δεν κουράζεται από τη ζωή. Μα ο ρόλος του δεν είναι να πολεμάει με όπλα. Αυτός πολεμάει με τη σκέψη, με το νου. Τα όπλα του δεν είναι καμωμένα από χαλκό και σίδερο. Αυτός χρησιμοποιεί τα όπλα της Διάνοιας. Και ο κάματος της ζωής δεν τον λυγίζει, γιατί είναι μέρος της ζωής. Νιώθει τον εαυτό του σαν κύτταρο της δημιουργίας, ένα μέρος της Παγκόσμιας Ζωής. Είναι η μικρογραφία του Σύμπαντος, ο μικρόκοσμος του όλου Κόσμου. Μέσα του νιώθει να υλοποιείται η ερμητική ρήση: "ως εν τοις άνω, ούτω εν τοις κάτω". Πως ξεκίνησε ως άσωτος υιός, αλλά τελικά θα μπορέσει να γίνει ο Υιός ο Αγαπητός, στον οποίο ο Πατέρας θα προσφέρει το δαχτυλίδι Του και θα σφάξει τον μόσχο τον σιτευτό. Έτσι αισθάνεται πως έχει χρέος να βοηθήσει το Κοσμικό Σχέδιο. Μάχεται για την πραγμάτωση του Σχεδίου και τραγουδάει "ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο, ομπρός βάνετε γόνα να βγάλουμε τη ψυχή από τη λάσπη
" και αντιπαλεύει να κάνει τη σάρκα πνεύμα. Να ανεβάσει τις δονήσεις και ο ίδιος να ανέβει πνευματικά. Γιατί τότε μπορεί να γίνει ο φάρος που θα οδηγήσει τα πλεούμενα- ψυχές να μη λοξοδρομήσουν κι ούτε να πέσουν σε απότομα βράχια στη θάλασσα των συγκινήσεων και των ανθρώπινων παρορμήσεων. Έχει συνειδητοποιήσει πως "καγώ εάν υψωθώ εκ της γης, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν"
Πολλοί Δάσκαλοι παρουσιάστηκαν ανά τους αιώνες, στους διάφορους λαού, γιατί ο Θεός "δεν αφήκε αμαρτύρητον εαυτόν". Οδήγησαν με ασφάλεια επιταχύνοντας τις ψυχές στο μακρύ ταξίδι της "επιστροφής στον οίκο". Αυτός όμως που επέδρασε και επιδρά καταλυτικά για 2000 χρόνια σε όλον τον κόσμο, μη ων εκ του κόσμου τούτου, είναι ο Λόγος, όστις "σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν".
Χιλιάδες βασανιστικά ερωτήματα ταλανίζουν την ανθρώπινη σκέψη. Από πού ερχόμαστε, που πάμε, ποιος ο σκοπός της ζωής, γιατί η ζωή να είναι τόσο σύντομη κι όχι σαν του Μαθουσάλα, γιατί να υπάρχουν οι αρρώστιες, η φτώχεια, γιατί άλλοι να μη ξέρουν τι έχουν κι άλλοι να πεθαίνουν από πείνα, γιατί να πεθαίνει ο άνθρωπος; Και σαν πεθάνει χάνεται εντελώς η υπόστασή του ή μήπως "κάτι" διατηρείται; Υπάρχουν ο Παράδεισος και η Κόλαση και πως μπορούμε να σωθούμε από τον Πειρασμό και να κερδίσουμε τον Παράδεισο; Κι αυτά τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται με τις αντικρουόμενες απόψεις των διαφόρων θρησκειών, με τη μεγάλη διάσταση μεταξύ λόγου και πράξης από τους ανώτερους και κατώτερους λειτουργούς τους και κυρίως με τον πόλεμο ανάμεσα στους αντιπροσώπους τους και τη στρατολόγηση φανατικών πιστών. Είναι περίεργη και αινιγματική η περιχαράκωση γύρω από τη "μοναδική τους αλήθεια", ώστε να πιστεύουν πως αυτοί είναι οι εκλεκτοί στους οποίους έχει αποκαλυφθεί η αλήθεια, ενώ οι άλλοι είναι οι πλανημένοι και καταδικασμένοι Τους διαφεύγει κάτι πολύ απλό. Ένας Πατέρας Δίκαιος και Πανάγαθος δεν κάνει διακρίσεις. Δεν έχει εκλεκτά παιδιά και αποπαίδια. Σε όλα δίνει τις ίδιες ευκαιρίες. Όλα όσα λέγονται από τους φανατικούς των θρησκειών είναι ιδεολογήματα, φραστικές πομφόλυγες. Ο δρόμος του Ορθόδοξου Χριστιανού δεν είναι καλύτερος απ' αυτόν του Καθολικού, ούτε του Προτεστάντη απ' αυτόν του Μουσουλμάνου. Σίγουρα Ο Πατέρας γελάει με τους φανατισμούς μας, θλίβεται με τους δήθεν ιερούς πολέμους μας. Ο θρησκευτικός φανατισμός έχει βουλώσει τα αυτιά μας, γιατί αν ήσαν ελεύθερα θα ακούγαμε τη φωνή Του: " Μη μαλώνετε παιδιά Μου, για το σωστό δρόμο. Όλοι οι δρόμοι είναι δικοί Μου, γιατί όλοι οδηγούν σε Μένα!!!".
Από τη νηπιακή μας ηλικία γαλουχούμαστε με την κυρίαρχη ιδέα της αδυναμίας μας. Ξεκινάμε τη ζωή μας με ένα μεγάλο βάρος, για το οποίο δεν έχουμε καμιά ευθύνη. Σηκώνουμε το "προπατορικό αμάρτημα". Μας μαθαίνουν να αισθανόμαστε ενοχές για τη μεγάλη παρακοή, για το δάγκωμα του μήλου από τους πρωτόπλαστους. Κι όταν ο νουνός μας παίρνει την ευθύνη με το "απεταξάμην σατανά και συνεταξάμην Χριστώ" οπότε φεύγει το βάρος του προπατορικού αμαρτήματος, ακούμε το "βαπτίζεται ο δούλος του Θεού
". Και ζούμε με το μεγάλο δίλλημα: Είμαστε "ελεύθεροι" ή "δούλοι";
Μπορούμε να δοκιμάσουμε ως ελεύθεροι, να πειραματιστούμε, να κάνουμε τα λάθη μας- αλλά να πάρουμε κιόλας τα πολύτιμα μαθήματα, να ακολουθήσουμε το δρόμο του άσωτου υιού ή πρέπει να μείνουμε μέσα στην ασφάλεια της "ποίμνης", να εναποθέσουμε τη ζωή μας στα χέρια του πνευματικού μας;
Η "υποταγή" σε πολλές φορές ημιμαθείς, κομπλεξικούς ρασοφόρους, που δεν τιμούν το ράσο τους, προάγει την ψυχή μας ; Γιατί υπερτονίζουν τη δουλική μας σχέση με το Θεό και όχι τη σχέση Πατρός- Παιδιού. Κι αν θέλουμε να πάμε ακόμη παραπέρα την κουβέντα, γιατί αποκρύπτουν τη δυνητική μας θεότητα; Όπως δυνητικά σε κάθε καρπό υπάρχει το φύτρο που μπορεί στις κατάλληλες συνθήκες να γίνει φυτό και να παράγει με τη σειρά του καρπούς, έτσι υπάρχει μέσα μας το "Χριστικό στοιχείο", ο "εν ημίν Χριστός" προσμένοντας να ριζώσει και να καρπίσει
Πόσες φορές ακούσαμε το "θεοί εστέ, υιοί Υψίστου πάντες" στην εκκλησία; Ο υπερτονισμός της δουλικής μας σχέσης με το Θεό, μας υποβιβάζει, μας υποδεικνύει πως είμαστε αδύναμοι και η σωτηρία μας μπορεί να έλθει μόνο άνωθεν. Ο Μεσσιανισμός εμφωλεύει στο "είναι" μας οι ελπίδες μας αποθέτονται στην "Χάριν Θεού". Περιμένουμε το Μεσσία, τον σωτήρα, τον λυτρωτή. Αν όμως αναλυόταν το "θεοί εστέ, υιοί Υψίστου πάντες" θα βλέπαμε το μεγάλο μας καθήκον. Να δείξουμε πως είμαστε άξιοι υιοί Του. Θα μας οδηγούσε το φιλότιμο. Η μεγάλη μας καταγωγή δε θα μας άφηνε να ξεπέσουμε
Εξάλλου ο ίδιος ο Ιησούς είπε: "ουκέτι υμάς λέγω δούλους, ότι ο δούλος ουκ οίδε τι ποιεί αυτού ο κύριος· υμάς δε είρηκα φίλους, ότι πάντα α ήκουσα παρά του πατρός μου εγνώρισα υμίν". Δε μας θέλει δούλους. Φίλους κι αδελφούς μας θέλει. Και μας είπε επιπλέον "ιδού γαρ η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστιν". Δε χρειάζεται να την αναζητήσουμε σε ουτοπικούς παράδεισους. Μέσα μας θα τη βρούμε. Γι' αυτό οι πρόγονοί μας έγραφαν στα ιερά τους: "γνώθι σαυτόν"
Ξεκινώντας από τους Βυζαντινούς χρόνους, συναντάμε μια σχέση συγκοινωνούντων δοχείων μεταξύ κράτους και εκκλησίας. Φοβούνται και οι δύο θεσμοί τον έλεγχο και τις δημοκρατικές διαδικασίες. Ο επίσκοπος λέγεται- γιατί έτσι κατάντησε- δεσπότης, ασκώντας δεσποτική εξουσία σε κατώτερους λειτουργούς και ποίμνιο. Η Ι.Σ μετατράπηκε σε κράτος εν κράτει, μη υπακούοντας στους νόμους του κράτους και έχει επιβάλει το δικό της δίκαιο πέρα από την εκκλησία και στην πολιτεία. Από την άλλη πλευρά, ο πρωθυπουργός ελέγχει την δικαστική εξουσία, νομιμοποιώντας κάθε αυθαιρεσία της εκτελεστικής εξουσίας. Είναι μεγάλο ψέμα ότι έχουμε δημοκρατία. Πότε ρωτηθήκαμε για τους νόμους του κράτους, για τις αποφάσεις που παίρνονται στη βουλή και στα υπουργεία; Μας ρώτησαν όταν τα χρήματα των ταμείων για τη σύνταξη παίχτηκαν στον τζόγο; Όταν ξεπούλησαν τα Ολυμπιακά έργα, όταν δόθηκαν τα οικόπεδα- φιλέτα του ελληνικού δημοσίου, όταν ξεπούλησαν τις ακτές μας; Πότε μας άφησαν να αμφισβητήσουμε την αυθεντία των θεολόγων; Μόλις εκφέρουμε την αντίρρησή μας σε όσα εξωπραγματικά λένε, μας βαφτίζουν αιρετικούς. Στο χώρο της εκκλησίας δε χωράει ο διάλογος. Κάθε διαφωνία, που γίνεται με καλή πρόθεση, θεωρείται εωσφορική και ο διαφωνών, μπορεί σήμερα να μη κινδυνεύει να περάσει από ιερή εξέταση, αλλά ονομάζεται όργανο του "εξαποδώ".
Στην πολιτική, την οχλοκρατία των μεταφερόμενων οπαδών στις προεκλογικές συγκεντρώσεις, την ονόμασαν δημοκρατία. Έκαναν "δίκαιο" το συμφέρον του ισχυρού. Οι διεφθαρμένοι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ έγιναν και εργολάβοι, δημιουργώντας κατασκευαστικές εταιρίες ύποπτων συναλλαγών με τις κυβερνήσεις. Το λάδωμα των κρατικών λειτουργών κατάντησε ο κανόνας της σχέσης πολίτη- κράτους. Παντού παρακυκλώματα που σε ζαλίζουν και κοιτάζεις σαν να ζεις σε άλλον πλανήτη. Το ψέμα ονομάστηκε αλήθεια της εποχής, η παρανομία ονομάστηκε νόμιμη πράξη. Αντικαταστάθηκε το νόμιμο με το νομιμοφανές, η αξιοκρατία με το ξεπούλημα σωμάτων και ψυχών. Κυριαρχεί παντού η παρανομία και η κλεψιά, από την κεντρική εξουσία μέχρι τον μικρότερο δήμο. Σίγησε ο νόμος περί ευθύνης υπουργών και λοιπών κρατικών λειτουργών. Και στην ένοχη σιωπή ισοπεδώσαμε κάθε ηθικό προπέτασμα.
Ο παγκόσμιος πλούτος συγκεντρώθηκε στα χέρια λίγων, που έχουν συγκροτήσει διεθνή παραεξουσιαστικά κέντρα με αθώα ονόματα, λέσχη Μπίλντεμπεργκ, ίδρυμα Ροκφέλερ, τριεθνής επιτροπή κ.λ.π.. Αυτά, αθέατα, κινούν τα νήματα κατευθύνοντας, με βάση τα οικονομικά τους συμφέροντα, τις πολιτικές μαριονέτες κυβερνήσεων και μεγάλων οργανισμών, όπως ΟΗΕ, ΕΕ, ΝΑΤΟ, βραβείο Νόμπελ κλπ. Έχουν εξαγοράσει τις συνειδήσεις των κενόδοξων υποτακτικών, στους οποίους έχουν προσφέρει καλογυαλισμένους τσίγκινους θρόνους. Οι υποτακτικοί τους παίζουν με τα όνειρα και τις ελπίδες φοβικών κι απελπισμένων πολιτών. Τους εξαπατούν με μεγαλόστομες εξαγγελίες που εξανεμίζονται σε ελάχιστο χρόνο. Κι έτσι ο λαός, ο πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος, εναποθέτει τις ελπίδες του σε πολιτικούς απατεώνες, για να καταλάβει σε λίγο πως προδόθηκε ακόμα μια φορά. Ο λαός περιμένει τον εκάστοτε σωτήρα. Σαν παγκόσμιος σωτήρας παρουσιάστηκε ο πλανητάρχης Ομπάμα, για να φανεί σύντομα πως ο βασιλιάς ήταν γυμνός. Ένας απλός διεκπεραιωτής των συμφερόντων των πολυεθνικών εταιρειών είναι. Με δύο ανοιχτά μέτωπα στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, όπου καθημερινά σφάζονται αθώοι άνθρωποι για τα πετρέλαια και τον πλούτο λίγων δισεκατομμυριούχων, φαρισαϊκά του έδωσαν το Νόμπελ ειρήνης.
Στη χώρα μας μετά τα σκάνδαλα του χρηματιστηρίου και της ρεμούλας με την κυβέρνηση Σημίτη, ο λαός είδε σαν σωτήρα τον Καραμανλή τον νεώτερο, τον επονομαζόμενο και μικρό ή κουρασμένο. ’νθρακες όμως ο θησαυρός. Επί των ημερών του η Ελλάδα έφτασε στο χείλος του γκρεμού και διεθνώς ευτελιστήκαμε, θεωρούμενοι αναξιόπιστοι. Αναζητήσαμε άλλον σωτήρα από την άλλη δυναστεία, αυτήν των Παπανδρέου. Ο λαός του έδωσε μια εντυπωσιακή πλειοψηφία και τον θεώρησε ως τον τελευταίο σωτήρα
Και αυτός μας παρέδωσε στο ΔΝΤ και ισοπέδωσε όλα τα εργασιακά μας δικαιώματα για να καταλήξουμε στη θλιβερή διαπίστωση ότι οι σωτήρες ανήκουν σε έναν άλλο κόσμο, παραμυθικό
Τελικά σωθήκαμε εναποθέτοντας τις ελπίδες μας στους σωτήρες; Έγινε καλύτερη η ζωή μας; Προχωρήσαμε πνευματικά, γίναμε ηθικότεροι;
Στοχάζομαι ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε λύτρωση εξ ουρανού. Γιατί ο λυτρωτής είναι μέσα μας. Επομένως μπορούμε μόνο να αυτολυτρωθούμε. Να σπάσουμε τις αλυσίδες από κάθε εξωτερική εξάρτηση, από κάθε εξωτερική δέσμευση. Θα το πετύχουμε, όταν αισθανθούμε την ανάγκη να πάψουμε να αναζητούμε σωτήρες.
Τι αποζητούμε; Σωτήρα στη δουλειά μας; Εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε τις συνθήκες στο εργασιακό μας περιβάλλον. Κι αν δεν τα καταφέρουμε από την αρχή, βάζοντας το στόχο μας με επιμονή και υπομονή θα τα καταφέρουμε στο τέλος. Το νερό σταλαγματιά- σταλαγματιά τρώει το βράχο. Στο τέλος θα τα καταφέρουμε και τότε θα γευτούμε τη μεγάλη χαρά της επιτυχίας.
Ο πολιτικός σωτήρας θα έρθει όταν λυτρωθούμε από τις αδυναμίες μας. Την αδυναμία της προσκόλλησης στον πολιτικό παράγοντα που θα μας βρει δουλειά. Που θα μας σπρώξει να ανέβουμε χωρίς να το αξίζουμε, τρώγοντας τη θέση του άξιου. Να αντιληφθούμε πως από μια θέση που ανάξια κατέχουμε, ηθελημένα ή άθελα γινόμαστε τροχοπέδη στην ανάπτυξη. Έκαστος στο είδος του κι ο Λουμίδης στον καφέ
, να λέμε και να το πιστεύουμε. Γιατί αν ο άξιος πάει τη δουλειά μπροστά, θα έχουμε κι εμείς όφελος.
Να επιλέγουμε τους ηθικούς και τους δουλευταράδες για αντιπροσώπου μας, κι όχι αυτούς που μας χαϊδεύουν τα αυτιά, που μας χτυπούν στη πλάτη και μας υπόσχονται φύκια για μεταξωτές κορδέλες.
Να λυτρωθούμε από τις μικρότητες, από τις εφήμερες ψευτο-ωφέλειες, από τον καιροσκοπισμό. Δείχνοντας ωριμότητα θα εκλέξουμε τους άξιους μπροστάρηδες. Αυτούς που θα βοηθήσουν τη χώρα να προοδεύσει, να ευημερήσει. Επομένως ο πολιτικός λυτρωτής δεν είναι θεόσταλτος. Εμείς τον δομούμε.
Και να θέλει ο πρωθυπουργός να φέρει την αλλαγή, δεν είναι μπορετό όταν εμείς πιέζουμε για τις πελατειακές σχέσεις, για τα ρουσφέτια. Όταν επιμένουμε να υπερπηδήσουμε δέκα και είκοσι καλύτερους από μας στη σειρά αξιολόγησης. Η αλλαγή πρέπει ν' αρχίσει από εμάς! Να αλλάξουμε νοοτροπία, να υποστείλουμε το "εγώ" μας. Να ξεφύγουμε από το "εγώ" και να πάμε παραπέρα, να φτάσουμε στο "εμείς". Να αντιληφθούμε επιτέλους πως είμαστε ένα από τα εκατομμύρια κύτταρα της ελληνικής κοινωνίας. Κι αν ανεβάσουμε τη συνειδητότητά μας, πως είμαστε ένα κύτταρο από τα δισεκατομμύρια που απαρτίζουν την ανθρωπότητα. Πρέπει να πούμε: Δε προσμένω το λυτρωτή να σώσει την πατρίδα μου, την ανθρωπότητα. Εγώ θα γίνω λυτρωτής
Τότε μπορούμε να ελπίσουμε πως ο κόσμος θα σωθεί.
Η θρησκεία μας είναι σωτηρολογική. Έχει ως πρώτο στοιχείο τη σωτηρία του ανθρώπου, που είναι ενεργό μέλος της εκκλησίας Χριστού, από τον ενσαρκωθέντα Λόγο. Εμφανίζει τον Χριστό ως Σωτήρα. Ανατρέχοντας στα ευαγγέλια των δύο μαθητών Του, του Ματθαίου και του Ιωάννη, οι οποίοι κατέγραψαν όσα άκουσαν από το στόμα του ίδιου του Ιησού Χριστού, διαπιστώνουμε πως επιμελώς αποφεύγεται η προσωνυμία "Σωτήρ". Από μία φορά λέει ο Ιησούς στο κάθε ευαγγέλιο πως ενσαρκώθηκε για να μας σώσει: "ήλθε ο υιός του ανθρώπου σώσαι το απολωλός" και "ου γαρ ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον, αλλ' ίνα σώσω τον κόσμον". Σε άλλο κεφάλαιο όμως του ίδιου ευαγγελίου ο συγγραφέας του μας λέει: "ου γαρ απέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού εις τον κόσμον ίνα κρίνη τον κόσμον, αλλ' ίνα σωθεί ο κόσμος δι' αυτού" ενώ παρακάτω παρουσιάζει τον Ιησού να λέει: "εγώ ειμι η θύρα· δι' εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται, και εισελεύσεται και εξελεύσεται, και νομήν ευρήσει". Επομένως ο Ιησούς είναι ο διαμεσολαβητής της σωτηρίας. Ο άνθρωπος θα σωθεί με τη δική του προσπάθεια, με τον δικό του αγώνα, με τη δική του υπέρβαση. Η ζωή Του επί της γης είναι το υπόδειγμα της ζωής μας για να μπορέσουμε να κερδίσουμε την ποθητή βασιλεία των ουρανών. "Υπόδειγμα γαρ δέδωκα υμίν, ίνα καθώς εγώ εποίησα υμίν, και υμείς ποιήτε" μας είπε, ενώ τόνισε πως "εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή" ο μεσολαβητής, αυτός που θα δείξει τον τρόπο και τον δρόμο, γιατί "ουδείς έρχεται προς τον πατέρα ει μη δι' εμού".
Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε την αλήθεια, γιατί η αλήθεια μας ελευθερώνει από τις προσκολλήσεις σε αδυναμίες αλλά και σε αυθεντίες, μας διώχνει το φόβο, μας θωρακίζει. "Γνώσεσθαι την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς" μας παραγγέλνει. Έχει πολλή μεγάλη σημασία να ελευθερωθούμε από τον ιστό της θεοφοβίας και να νιώσουμε την ικανοποίηση της θεοσέβειας. Η σύνδεση με το θείο πηγαίνει τότε μπροστά παρασάγγας, γιατί επισυνάπτεται στο υπερβατικό όχι από φόβο, από υπολογισμό, από ιδιοτέλεια, αλλά από ορθή αξιολόγηση και τοποθέτηση. Δεν φοβόμαστε τον πατέρα μας, αλλά κατεχόμαστε από τον απαιτούμενο σεβασμό, αυτόν που αναδύεται από την ελεύθερη ψυχή μας. Κατά τον ίδιο τρόπο δε φοβόμαστε το Θεό, την υπερτονισμένη, από τους παραχαράχτες της αλήθειας, οργή του Θεού, ούτε την Κόλαση. Τον σεβόμαστε και τον αγαπούμε γιατί νιώθουμε το μεγαλείο Του, την Απειροσύνη Του, την διάσπαρτη σε όλη τη φύση Αγάπη Του, την ενοποιό δύναμη και την παρόρμηση της επανόδου. Αυτό το θείο μεγαλείο αντανακλάται μέσα μας. Μας το φανέρωσε ο Πρεσβύτερος Αδελφός, όταν μας είπε: "αμήν αμήν λέγω υμίν, ο πιστεύων εις εμέ, τα έργα α εγώ ποιώ κακείνος ποιήσει, και μείζονα τούτων ποιήσει".
Αναγέννηση της θεώρησης του κόσμου και του σκοπού μας χρειάζεται. Αποκόλληση από τα τετριμμένα, τα καθηλωτικά. "Εάν μη τις γεννηθή άνωθεν, ου δύναται ιδείν την βασιλείαν του Θεού". Ο μικρός μας εαυτός, ο λεγόμενος κατώτερος ή προσωπικότητα να υποστείλει την κυριαρχία του και να παραδώσει τα σκήπτρα στον ανώτερο εαυτό, την ατομικότητα. Να πεθάνει το "εγώ" για να αναστηθεί το "χριστικό στοιχείο". "εάν μη ο κόκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει· εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει".
Υγιής προβληματισμός, πέρα από τον καθιερωμένο που επιτρέπει η ποίμνη στα πρόβατα, και όχι εωσφορική σκέψη κατευθύνουν τα δάχτυλά μου στο πληκτρολόγιο. Ο λυτρωτής Χριστός δε θα μας σύρει στο βασίλειο του Θεού επειδή πιστέψαμε, νηστέψαμε, προσευχηθήκαμε και επειδή φερθήκαμε φιλανθρωπικά, όσο μας επέτρεπε το συμφέρον μας. Μας έδειξε πως μπορούμε να τελειώσουμε πιο γρήγορα το έργο για το οποίο το πνεύμα, που ενοικεί μέσα μας, φόρεσε υλικό μανδύα. Θα επιστρέψουμε στον "οίκο" του Πατρός μας, όταν κι εμείς τελειώσουμε την αποστολή μας στη γη. Όταν κι εμείς πούμε: "τετέλεσται"!.Τότε δικαιωματικά θα έχουμε κατακτήσει το "καθ' ομοίωσιν".
Η γνώση, που μας παρέχει η κατεστημένη εξουσία, φανερή και κρυφή, μας κράτησε μικρούς, μας έκανε να νιώθουμε αδύναμοι. Μας έκοψε τα φτερά. Κρέμασε τις τύχες μας σε λυτρωτές. Κι εμείς ως όλχος εναποθέσαμε τις ελπίδες μας σε εξωτερικούς σωτήρες. Μα ο αληθινός λυτρωτής από τη μικρότητά μας είναι μέσα μας.
Θα το νιώσουμε όταν λυτρωθούμε από την ιδέα του κάθε είδους λυτρωτή
!
Ο Δημήτρης Αν. Μάρκου είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και αρθρογράφος.
